Σάββατο, 10 Ιουνίου 2017

Κούφον Ύφος




Κούφος και κουφός
κούφισμα τόδε ανέθηκαν.
Κούφος μεν κουφισθείς,
κουφός δ' ότι κούφος κουφίσθη. 




Σημ. 

  1. Για την ιστορία εδώ
  2. Για την έμπνευση, το γνωστό επίγραμμα του Σιμωνίδη με την παρήχηση του σ, βλέπε και εδώ
  3. Για τη φωτογραφία,  Lifting and spanking machine από τις Extraordinary Inventions


© Ελένη Καλλιανέζου, Toftlund, Σάββατο 10 Ιουνίου 2017

buzz it!

Κυριακή, 14 Μαΐου 2017

Μάνα στο Πατάρι

-"Θα μου δώσεις αυτή την καρφίτσα;"

Της την έδινα. 

-"Όταν δίνουμε μια καρφίτσα, δεν την κρατάμε από το κεφάλι, αλλά από τη μύτη, γιατί ο άλλος μπορεί να αγκυλωθεί!"

Της την ξανάδινα κρατώντας την απ' τη μύτη. Με τσιμπούσε, έτρεχε αίμα, έβαζα τα κλάματα. Δίπλα της είχε ένα μαγνητόφωνο NIVICO και μαγνητοφωνούσε το κλάμα μου, για να μείνει ενθύμιο. Είχα πολύ κακόηχο κλάμα.

Θυμάμαι άλλες φορές να ουρλιάζει για κάποιο ασήμαντο παιδικό παράπτωμα, το οποίο διανθιζόταν από τις Γραφές "Ευχαί γονέων στηρίζουσι τέκνα, κατάρα δε μητρός εκριζοί θεμέλια οίκων" και την επωδό "την κατάρα μου να 'χεις!" ή τις δεκάδες φορές που την  άκουσα να μου λέει να μη σώσω ή να φτύσω αίμα.

Ή -άλλες φορές στις δύο τα ξημερώματα να κάνει έφοδο στα συρτάρια μου, να πετάει ρούχα και βιβλία στο πάτωμα και να βάζει υστερικές φωνές "Δεν είναι τακτοποιημένα! Σήκω τώρα αμέσως και φτιάξτα!" Και σηκωνόμουν. Και τα τακτοποιούσα. Και μετά τα ξαναπετούσε κάτω, γιατί πάλι δεν ήταν όπως έπρεπε. 





Η νονά μου. Αδερφή της μάνας μου (τον περισσότερο καιρό ήταν τσακωμένες). Όταν η μάνα μου το πρατράβαγε, μ' έπαιρνε από κοντά. "Το νου σου, τα μάτια σου δεκατέσσερα, μη γίνεις σαν τη μάνα σου! Τη βλέπεις. Δεν είναι σωστά πράματα αυτά"




Θυμάμαι τότε, που, για το ατενσιοχοριλίκι της έγραφε στο Πρωτάτο του Αγίου Όρους επιστολές ότι είναι μια δυστυχισμένη μάνα, που την εγκατέλειψε ο σύζυγός της και η κόρη της πήρε το δρόμο της αμαρτίας, έβγαινε και στο ραδιοφωνικό σταθμό της Πειραϊκής εκκλησίας και τα 'λεγε χωρίς αιδώ, γιατί έπρεπε να πλάσει το μύθο της αγίας. Οι Άγιοι Πατέρες της υποσχέθηκαν ότι θα κάνουν γέφυρα προσευχής να φωτίσει ο Θεός τη δύστυχη Ελένη να βρει το δρόμο του Θεού. Την επισκέπτονταν και διάφορες θεούσες. Δεν έλεγε ποτέ "Από εδώ η κόρη μου". Έλεγε "από εδώ η κ. Καλλιανέζου". Μια και δεν είχαμε το ίδιο επίθετο, με περνούσαν κι εμένα ως αδερφή του ελέους που συνδράμει μια ατυχήσασα, που την εγκατέλειψαν όλοι, ακόμη κι η κόρη της. Δεν έμπαινα στον κόπο να τους διαλύσω το μύθο. Είδα στην κηδεία της αργότερα άλλες θεούσες, που δεν είχα ξαναδεί, να ορμούν επάνω μου και να μου λένε "Εσύ την πέθανες!". 

Ήταν τυχερή, γιατί κατάφερα ν' αγαπήσω την εικόνα της μέσα από παλιές φωτογραφίες, τα ποιήματά της, την ερωτική αλληλογραφία της. Μια εικόνα που δεν κατάφερε ποτέ να τη βγάλει σ' εμένα. Ήταν τυχερή γιατί στους γέροντες και τους ανήμπορους φέρομαι τρυφερά.  Ήταν τυχερή γιατί την είδα σα γυναίκα και σαν άνθρωπο. Κάποια στιγμή συγκινήθηκα, όταν μια φίλη της μου εκμυστηρεύτηκε ότι της είπε "Δεν ήμουν καλή μάνα. Της φέρθηκα απίστευτα σκληρά". Εκεί επάνω λύγισα. Δεν ξέρω αν τη συγχώρησα, κι ας έχει πια πάνω από 20 χρόνια πεθαμένη. Πάντως καλά είναι εκεί που βρίσκεται. Χρόνια μετά την είδα στον ύπνο μου να έρχεται απ' το νεκροταφείο, να ψάχνει με τη μαγκούρα της κάποιους μπόγους με πράγματα που ετοιμαζόμουν να πετάξω και να με ελέγχει "Αυτό γιατί το πετάς; Το άλλο γιατί το πετάς;" κι ύστερα να ανακοινώνει "Δε μου αρέσει το νεκροταφείο! Είναι στενόχωρα εκεί πέρα. Αποφάσισα να έρθω να μείνω εδώ, μαζί σου. Να, θα κοιμάμαι εδωνά, στο πατάρι".





© Ελένη Καλλιανέζου, Toftlund, Κυριακή 14 Μαΐου 2017

buzz it!

Δευτέρα, 8 Μαΐου 2017

Όλα Οξύνονται και Περιστασιακά Περισπώνται



Το μακρόν προ μακρού οξύνεται. Αλλά και το μακρόν προ βραχέος οξύνεται πια.  Όλα οξύνονται σήμερα.

Περιστασιακά περισπάται ο νους (κάποτε και ως άμυνα στην υπερβολική όξυνση)· εκτός κι αν -λόγω κατάθλιψης, έρωτος, ADHD ή  άλλης ασθένειας ή δυσλειτουργίας- περισπάται συχνά ή κατά κανόνα. Όμως κι εδώ όσο συχνότερα περισπάται, τόσο περισσότερο η κατάστασις οξύνεται και φτάνει πια να βαρύνεται, τόσο όσο να μην ανέχεται τους τόνους, και να οριζοντιώνεται (R.I.P.)

Μια προσωρινή λύσις είναι η κεφαλαιοποίηση των πεζών (γραμμάτων). Εκεί δεν έχουμε τόνους, που κινδυνεύουν να οξύνονται. Μόνο διαλυτικά έχουμε ακόμη, πιθανόν γιατί η ύλη εξακολουθεί και παραείναι συμπυκνωμένη, επροορίστη να σου φτουρήσει, έστω και άτονη. 



© Ελένη Καλλιανέζου, Toftlund, Δευτέρα 8 Μαΐου 2017

buzz it!

Παρασκευή, 5 Μαΐου 2017

Τα Πουλιά - Ε, ουανσιντά!

2 Μαΐου 2017


Είδα στον ύπνο μου πως ήμουν πάνω σε μια γέφυρα κι ο ορίζοντας ήταν ανοιχτός, αν και είχε συννεφιά. Και ξαφνικά περνούν από μπροστά μου, από τα αριστερά προς τα δεξιά, δεν ξέρω αν τραβούσαν για νότο, σμήνη από πουλιά· δεκάδες χιλιάδες πουλιά, εκατοντάδες χιλιάδες, κυρίως αποδημητικά. Και πετούσαν ανάκατα όλα μαζί, δεν πήγαιναν κατά είδος. Κι είχε μέσα και χελιδόνια, αλλά κι αηδόνια που πετούσαν κι αυτά με τ' άλλα κι όλα πετούσαν βιαστικά, αλλά είχα το χρόνο να παρατηρήσω το φτέρωμά τους. Κι έλεγα τι κάνουν τ' αηδόνια με τ' άλλα και γιατί πάνε όλα μαζί και πού πάνε...




Anton Surkov, Chalk Explosions


5 Μαΐου 2005

Έγειρα στον καναπέ το μεσημέρι με την κουβέρτα που έπλεξα και αποκαλώ mensa, γιατί αποτελείται από μεγάλα χρωματιστά μοτίφ με χρώματα που έχουν μια λογική τάξη, κατά τρόπο που η κουβέρτα θα μπορούσε να είναι ένα ερώτημα σε τεστ ευφυΐας.  Η κουβέρτα είναι η αγαπημένη του Φελλίνι· κάθε φορά που σκεπάζομαι μ' αυτή, το γατσούλι έρχεται και ξαπλώνει επάνω μου.

Είδα λοιπόν πως ήμουν πρεσβυτέρα σ' ένα μεγάλο υποστατικό κι είχα πολλά άτομα στη δούλεψή μου, ανάμεσά τους ήταν και μια μαύρη σκλάβα. Σταδιακά τα ρούχα ολωνών γινήκανε ρούχα του 1870, αυτά με τα μισά κρινολίνα που τουρλώνουν στον πισινό κι εμφανίζονται τόσο συχνά στους ιμπρεσιονιστικούς πίνακες. Η μαύρη μάλιστα ξαφνικά βρέθηκε μ' ένα ημίψηλο αντρικό καπέλο στο κεφάλι κι έγινε αυτή η παπαδιά κι ήμουν εγώ στο κρεβάτι, με ξεγυμνωμένα τα στήθη, το υπόλοιπο σώμα σκεπασμένο με κουβέρτες και παπλώματα. Μόλις είχα γεννήσει κι ήμουν περιτριγυρισμένη από πολλά άτομα, όλα γυναίκες. Στην αγκαλιά μου είχα το μωρό και το βύζαινα απ' το αριστερό βυζί κι ύστερα δεν είχα πια παιδί στην αγκαλιά, αλλά ένα μικρό γατί στο δεξί βυζί, που έμοιαζε να πίνει το γάλα μου μ' ευδαιμονία κι εγώ το κρατούσα τρυφερά, μέχρι που μια φωνή ακούστηκε σε γλώσσα δυσνόητη:
Εεε, ουάν σιντά, ουάν σιντέ, ουάν σιντί!  Εκεί ξύπνησα.




© Ελένη Καλλιανέζου, Toftlund, Παρασκευή 5 Μαΐου 2017






buzz it!

Πέμπτη, 27 Απριλίου 2017

Almost Total Recall

Όταν διάβασα την περίπτωση της Rebecca Sharrock, άρχισα να σκέφτομαι πως κάπου στον κόσμο έχω μια αδερφή ψυχή και πως το HSAP δεν πρέπει να είναι τόσο σπάνιο. Αντίθετα, η μέχρι τώρα κρατούσα άποψη των ψυχιάτρων, ότι δεν είναι δυνατόν να ανακαλέσεις μνήμες κάτω από τα τέσσερά σου, με πίεζε αφόρητα, γιατί με ήθελε περισσότερο ούφο απ' όσο είμαι.

Δε γνωρίζω αν πάσχω από υπερθυμησία, η μνήμη μου είναι επιλεκτική, όμως πάει πολύ μακριά· σίγουρα η παπαγαλία μου είναι μαρτύριο, ένα πρόχειρο γκούγκλισμα σου βγάζει κι άλλα, κι αν δώσω ιστορικό σ' έναν καλό κι όχι σκιντζή ψυχίατρο, ίσως βρει και κάποια γενετική μου ανωμαλία κληρονομική, μιας κι ο ετεροθαλής αδερφός μου έχει σύνδρομο Asperger.

Πάντως, οι μνήμες που έχω δεν είναι εμφυτευμένες, δεν είναι θέμα κατοπινών συζητήσεων, αφού δεν μπορούν όλες τους να κριθούν "τραυματικές",  πολλές είναι φωτογραφικές και αδιάφορες.

Όπως για παράδειγμα, τότε που με είχε πάρει ο πατέρας μου  -νοίκιαζε με τ' αδέρφια του όσο ήταν σε διάσταση με τη μάνα μου ένα σπίτι στην οδό Νεόφρονος στο Παγκράτι. Το σπίτι είχε μια σκάλα, που οδηγούσε στην υπερυψωμένη είσοδο, η οποία χωριζόταν από το κυρίως χωλ κι έκλεινε με δεύτερη πόρτα. Δεξιά ήταν το μπάνιο, είχαν μέσα κι ένα κλουβί με καναρίνι και μπανιέρα με ποδαράκια. Ήμουν μόνη με το μικρό αδερφό του πατέρα μου, το θείο Αντρέα, που ήταν φοιτητής της Νομικής, οι θειάδες μου έλειπαν. Εκείνος διάβαζε καθιστός σ' ένα ντιβάνι και περίμενε τηλέφωνο απ' τη Γιούλα, τη λεγάμενη, την επονομαζομένη από τις γεροντοκόρες αδερφές και πουτάνα. Περπατούσα και μιλούσα, αλλά δε χρησιμοποιούσα ακόμη γκιογκιό.  Τα είχα κάνει στο βρακί μου και πάω και του λέω:

-Έκανα κακά, θα με αλλάξεις;

-Πουφ, φύγε από 'δω, βρωμάς, μου λέει.

Περίμενα τον μπαμπά μου, είχα σχεδόν συγκαεί.

-Καλά, ρε δεν μπορούσες ν' αλλάξεις το παιδί τόση ώρα χεσμένο; Του λέει ο πατέρας μου.

-Δικό σου παιδί είναι, όχι δικό μου, του απαντάει αυτός.

Ο πατέρας μου με παίρνει, με χώνει στην μπανιέρα με τα ποδαράκια, μου βγάζει το νάιλον βρακί που συγκρατεί τις πάνες από ύφασμα και με πλένει με την μπαταρία. Με αλλάζει και μου βάζει και προδέρμ, που μυρίζει ωραία.
..........

Θυμάμαι και το άλλο σπίτι που νοίκιαζαν πιο πριν, πάνω απ' το ζαχαροπλαστείο Το Λυχνάρι. Τη διαρρύθμιση του σπιτιού δεν την καλοθυμάμαι, θυμάμαι όμως ότι έπινε ο πατέρας μου φραπέ στο ζαχαροπλαστείο και μου 'δωσε να δοκιμάσω με το καλαμάκι. Μια φορά έβαφαν οι θειάδες μου τα νύχια τους κόκκινα. 

-Θα μου τα βάψεις κι εμένα; ρωτώ τη θεία μου την Μπέμπα.

Μου τα 'βαψε τσάτρα πάτρα κι ήμουν πολύ χαρούμενη. Όταν με επέστρεψαν στη μάνα μου, εκείνη θύμωσε και μου τα ξέβαψε με ασετόν αμέσως. Νόμιζα ότι έκανα κάτι κακό.

....

Θυμάμαι τον πατέρα μου να τηλεφωνεί να με πάρει και τη μάνα μου να του κάνει γυμνάσια. "Δεν μπορείς να πάρεις το παιδί, έχει 41 πυρετό!" Ήμουν μια χαρά κι έπαιζα κι άκουγα και κατάλαβα με ποιον μιλούσε, όπως καταλάβαινα πάντα κι όταν μιλούσαν συνθηματικά για το λεγάμενο, για να μην καταλάβω. Στη λέξη λεγάμενος έστηνα περισσότερο αυτί.

Μια άλλη φορά πάλι είχαν δώσει ραντεβού να της δώσει διατροφή, θα περνούσε απ' το σπίτι.  Ακούω στην πόρτα τον πατέρα μου, αδημονώ. Τρέχω στο χωλ ξωπίσω της, με σπρώχνει βίαια και κλειδώνει πίσω της την πόρτα κι άρχισα να κλαίω γοερά.

....


Θυμάμαι ένα χειμωνιάτικο απόγευμα να ξυπνώ από την υποχρεωτική μεσημεριανή σιέστα -αλλιώς σ' έπαιρνε ο Μεσημεράς- μονάχη μου στο σπίτι. Η γιαγιά μου κι η μάνα μου ήταν δίπλα στης νονάς μου για καφέ. Εγώ δεν μπορούσα να σκαρφαλώσω ακόμη τα κάγκελα του κρεβατιού κι αισθάνομαι πως είμαι μόνη, παρατημένη. Κλαίω.

Θυμάμαι πώς με σήκωναν απ' το κρεβάτι το απόγευμα και με τύλιγαν σε μια κουβέρτα το χειμώνα με μερικά παιχνίδια τριγύρω μου και βιβλία που χάζευα τις εικόνες τους.  Κάποιες με τρόμαζαν, ήταν από κακές μάγισσες, αλλά παραδόξως έμοιαζαν στη γιαγιά μου τη Μαρίκα που την αγαπούσα.


Θυμάμαι πώς με τύλιγε η μάνα μου με κουβέρτες στο κρεβάτι μου με τα κάγκελα, και πώς καρφίτσωνε με παραμάνες ασφαλείας τις κουβέρτες στο στρώμα, για να μην ξεσκεπαστώ, θυμάμαι πώς ίδρωνα απ' το βάρος, η τελευταία ήταν και στρατιωτική χακί κι αγκύλωνε· θυμάμαι τη μυρωδιά της καμφοράς, όταν κρυολογούσα, που με ζάλιζε.

Θυμάμαι μια φορά, που πήρα κουτρουβάλα την πίσω σκάλα της κουζίνας. Κάτω της ήταν έναν ποδόμακτρο από αλουμίνιο για να παίρνει τις λάσπες. Θυμάμαι πώς έσκισα τα γόνατά μου, θυμάμαι πόσο έτσουζε το ιώδιο.

...


Θυμάμαι γιατί κρατούσα μούτρα στο νονό μου στη βάφτισή μου και δεν τον ήθελα. Νονός μου ήταν ο πρώτος μου ξάδερφος, γιος της αδερφής της μάνας μου, 14 χρονών τότε. Ήταν γιατί μ' έπαιρνε αγκαλιά και με πετούσε στον αέρα, μ' έπαιζε βίαια κι εγώ φοβόμουν. Ήμουν 13 μηνών, όταν με βάφτισαν.

Θυμάμαι τη βάφτισή μου. Πόσο με τρομοκρατούσε η θέα του αχνιστού νερού κι έβαλα τα κλάματα από πριν, γιατί η μάνα μου στο μπάνιο πάντα με ζεματούσε. Θυμάμαι πως ήθελα να σβήσω τα κεριά της κολυμπήθρας. Όταν άναβαν τσιγάρο, μου έτειναν πάντα το σπίρτο κι εγώ το έσβηνα.  Μ' άρεσε να σβήνω φλόγες.

...

Θυμάμαι πώς με βάζανε να λέω ποίηματα, ατάκες από διαφημίσεις ή να τραγουδώ και μου 'διναν χαρτζιλίκι, καραμέλες, σοκολάτες.

Θυμάμαι πόσο μου άρεσε να περπατώ με μεγάλους στο πεζοδρόμιο δίπλα σε μάντρες. Ήθελα να με ανεβάζουν στο πεζούλι κι εγώ να περπατώ παράλληλα, να είμαι πιο ψηλή απ' αυτούς.

...

Θυμάμαι πόσο ντροπαλή ήμουν, πώς κρυβόμουν πίσω απ' του μπαμπά μου τα παντελόνια και πόσο γαλιάντρα γινόμουν, όταν μου έδιναν θάρρος.



Θυμάμαι τη γλώσσα των αδερφών και των αδερφάδων του πατέρα μου, όταν κατέβαζαν Χριστοπαναγίες, ιδίως για τη μάνα μου. Καταλάβαινα ότι κάπου υπάρχει κάτι κακό και παπαγάλιζα αυτολογοκρινόμενη στο μέρος που μου φαινόταν ύποπτο. Δεν έβρισκα τίποτα κακό να πω "την Παναγία σου", "το Χριστό σου", η κακιά λέξη ήταν εκτός κι εγώ φώναζα το Χριστούλη και την Παναγίτσα.  Η μάνα μου όμως καταλάβαινε.

-Ποιος τα λέει αυτά, παιδί μου; Ο μπαμπάς σου; Ρωτούσε.

-Όχι, ο θείος ο Νιόνιος. 

Μήνυση μετά στο θείο Νιόνιο και πυρετοί δικοί μου που έφταναν το 42. "Δεν μπορείς να πάρεις το παιδί, ψήνεται στον πυρετό".

...


Θυμάμαι το ανέβα μήλο, κατέβα ρόδι, θυμάμαι τη γιαγιά μου που μου έβαζε κεράσια στ' αυτιά για σκουλαρίκια.

Θυμάμαι πόσο αθώο κι εύπιστο ήμουν, όπως τότε που μου έφερε η νονά μου ένα σκουπάκι κι ένα φαρασάκι νεροχύτη και μου λέει "Μ' αυτό αύριο να σκουπίσεις όλη την αυλή. Όταν γυρίσω απ' τη δουλειά, δε θέλω να δω ούτε ένα φυλλαράκι χάμω!", και κοψομεσιαζόμουν μικρό τοσοδά, να σκουπίζω κοτζαμάν αυλή με τόσο λιλιπούτειο σκουπάκι.

Κι άλλη μια φορά, που η νονά μου έφερε στη μάνα μου αυγό ζεστό από κάποια που είχε κότες κι έκανε κολπάκια πως δε μου το δίνει και θα το δώσει του γιου της, γιατί δεν ήμουν φαγανό και στήσανε σκευωρία με τη μάνα μου "Όχι, εμείς θα σου το πάρουμε" και γυρίζει και λέει η νονά μου:

-Σας το δανείζω λίγο να το πάρετε σπίτι σας να το δείτε, αλλά μην το φάτε, είναι το Δημήτρη μου. 

Κι όταν πήγαμε σπίτι, μου λέει η μάνα μου 

-Ε, λοιπόν, θα τη γελάσουμε. Θα το φας, αλλά δε θα το καταλάβει.

-Και πώς δε θα το καταλάβει; 

-Να, θα κάνουμε από πάνω μια μικρή τρυπούλα και μετά θα κολλήσουμε ένα χαρτί από πάνω και δε θα φαίνεται τίποτα.

-Μα θα ξεκολλήσει.

-Μη σε νοιάζει, θα το κολλήσουμε με σελοτέιπ.


Και το 'φαγα και του κολλήσαμε και χαρτί και της πάμε το τσόφλι του αυγού

-Να, ορίστε, μόνο το είδαμε!

-Δεν το βλέπω όπως σας το έδωσα, κάτι έχει εδώ πάνω, λέει η νονά.

-Δεν έχει τίποτα, λέει η μάνα μου.

-Δε φαντάζομαι να το έφαγε η Λένα, δυσπιστεί εκείνη.

-Όχι, όχι, δεν το έφαγα.

-Σα να μη μου λες αλήθεια. Κάτι βλέπω να γράφει στο μέτωπό σου. "φλου...", "φλουδ...", δε φαίνεται καλά!

-Φλουρί!, πετιέται η μάνα μου ολοκληρώνοντας τη σκευωρία κι εγώ χαιρόμουν, που της ξεφύγαμε!




© Ελένη Καλλιανέζου, Toftlund Τετάρτη 26 Απριλίου 2017





buzz it!

Τετάρτη, 26 Απριλίου 2017

Μακριά απ' τη Συνάφεια



Να δυο σπίτια αχλάδια, ειδικά σχεδιασμένα για ζευγάρια. Χωρίζεις, παίρνει το αχλάδι του και φεύγει. Ή σου αφήνει το αχλάδι, το οποίο μετατρέπεις σε καλλιτεχνικό εργαστήρι ή σε γατόσπιτο.








Ο κύριος Γκου ζει σ' ένα σπίτι-τσαγιέρα στο χωριό Τσεν στην Γκουαγκντόνγκ και θα μπορούσα να πάω να τον βρω, αν λίγα χιλιόμετρα μόλις έξω απ' το χωριό μου, έξω από τη Ribe, την αρχαιότερη πόλη της Δανίας, δε ζούσε ο Γιέππε, που στον ελεύθερο χρόνο του ζωγραφίζει και φτιάχνει από τσιμέντο στάνες - ελέφαντες, στάνες - ιπποπόταμους, στάνες - ρινόκερους με πορτάκι από τον πισινό των μεγαθηρίων. Ο ρινόκερος είναι για να παίρνει έναν υπνάκο ο τσοπάνης, γι' αυτό έχει μέσα και χαλιά, ενδεχομένως και με ψύλλους και με κορέους, πάντως έχει ανέσεις.









Οι γίδες είναι ευτυχείς και περιδιαβαίνουν με γουρούνια, κότες και το μέγα τράγο στον κήπο του Γιέππε, που είναι μεγάλος κι έχει μέσα και συκιά που βγάζει σύκα κανονικά σαν τα δικά μας κι αυτό οφείλουμε να το χαιρετίσουμε με ενθουσιασμό, μιας και τα σύκα που έρχονται καμιά φορά στα σουπερμάρκετ του Βορρά είναι άγουρα για να βλαστήσουν στο ταξίδι κι αν τα αφήσεις λίγο να ωριμάσουν σουφρώνουν και γίνονται μίζερα και κακά σαν τ' αχαμνά του Αβραάμ, όταν αποφάσισε να κάνει γιο μ' εκείνη τη Σάρα, που ήταν στα νιάτα της τόσο ωραία, που ο Αβραάμ την έκανε πάσα στο Φαραώ κι έπαιρνε για αντάλλαγμα γιδοπρόβατα και καμήλες. 







Ο Γιέππε θέλει να φτιάξει και μια μεγάλη φάλαινα, υπνοδωμάτιο με μπάνιο κι άλλα κομφόρ, να τη νοικιάζει ως B&B σε βαρεμένους τουρίστες, που θα για μία τουλάχιστον νύχτα φαντασιώνονται πως είναι Ιωνάδες που αποφεύγουν τη Νινευή. 

Υπάρχουν κι άλλα σπίτια παράξενα. Σπίτια-παπούτσια, σπίτια-ούφο, σπίτια-μανιτάρια, σπίτια-καράβια, σπίτια-σαλιγκάρια, σπίτια-ραπτομηχανές,  δεντρόσπιτα, εγώ θέλω ένα μικρό, χωμένο στο δάσος, να μπορώ να χάνομαι απ' του κόσμου τη συνάφεια, που είπε κάπου κι ο θείος Κώστας, Θεός σχωρέστον! 



© Ελένη Καλλιανέζου, Toftlund, Τετάρτη 26 Απριλίου 2017


*Οι φωτογραφίες απ' τις στάνες του Γιέππε τραβήχτηκαν στις 2 Αυγούστου 2015 και 13 Αυγούστου 2016


buzz it!

Παρασκευή, 21 Απριλίου 2017

Παίξε, πέσε κάτω, κυλήσου!

Ήταν ένα άθλιο ροζ συνολάκι, το κονόμησα απ' τη θεία μου την Αλέκα την άνοιξη του '74. Εγώ όμως το λάτρευα, ήταν ροζ και οι βασιλοπούλες φορούν ροζ μακρύ φόρεμα με γαλάζια λουλούδια ή -εναλλακτικά στις μεγάλες γιορτές- λαμέ χρυσαφί ή ασημί ή και τα δυο, π.χ. χρυσό φόρεμα με ασημένια κάπα.

Η μάνα μου είχε να το λέει πόσο πρόσεχα τα παιχνίδια μου, δεν τα κακομεταχειριζόμουν ποτέ· κατά βάσιν δε μου επέτρεπε να παίζω με τα παιχνίδια μου, τα έβγαζα από το κουτί τους μόνο, τα στόλιζα, τα κοίταζα, έπληττα, τα ξανάβαζα στο κουτί τους και μετά στο ράφι της ντουλάπας που προοριζόταν για τα παιχνίδια. 



Εξαίρεση ήταν "Το Παλαιοπωλείο". Το Παλαιοπωλείο ήταν ένα μεγάλο ξεχαρβαλωμένο καλάθι βαμμένο με λαδομπογιά καφέ και κίτρινο, ματισμένο με σπάγγο. Μέσα είχε τα αυτοκινητάκια που έβαζε δέλεαρ το κουτί της Οβομαλτίνης και του μουρουνόλαδου, γκαζές, καλειδοσκόπια, κουδούνια χωρίς γλωσσίδι, στρακαστρούκες, καναδυό τάκα τάκα που είχε απαγορεύσει η χούντα, μερικά στρατιωτάκια, κουτιά άδεια, πλαστικά βραχιόλια που μου έφερνε με το σωρό απ' τη φαρμακοβιομηχανία που δούλευε η νονά μου, άδεια μπουκαλάκια από κολόνιες και φάρμακα ή καραμούζες και μια πλαστική κιθάρα με κομμένα τέλια. Αυτά μπορούσα να τα κάνω ό,τι θέλω, μπορούσα και να τα παίξω. Με αποζημίωσαν, γιατί μου χάρισαν ωραία ταξιδέματα, κυρίως οι γκαζές, όταν από μέσα τους κοιτούσα το φεγγάρι.

Στις επισκέψεις ήμουν τύπος και υπογραμμός. Όπου μ' έβαζες, καθόμουν, συχνά χωρίς να κουνηθώ για ώρες. Ήμουν ευγενική, ήσυχη, σιωπηλή -εκτός των ωρών που με έβαζαν να απαγγείλω ένα ποίημα, που το έλεγα θεατρικά, με  τις σωστές παύσεις στα κόμματα και στις τελείες. Κοντολογίς, ήμουν το παιδί "Να-μας-ξανάρθετε".

Σε μια τέτοια επίσκεψη στη θεία Αλέκα ανακοινώνει η μάνα μου "και θα της φορέσω τα καλά της, να την πάω επιτέλους στην Παιδική Χαρά του Σκυλίτση, δεν αξιώθηκα ακόμη να την πάω". Το μόνο που ήξερα για τον Σκυλίτση ήταν οι οδοκαθαριστές που τους είχε ντύσει παγωτατζήδες, είχα δει και καμπόσους, νύχτα, γυρνώντας  με τη μάνα μου από κάποιους "Να-μας-ξανάρθετε" στον Πειραιά.

Κι έρχεται η αποφράς ημέρα. Και φοράω τη ροζ κουστουμιά και παίρνουμε το τρόλεϊ και βγήκαμε Φάληρο. Στην παιδική χαρά δεν υπήρχε ψυχή ζώσα, μόνο εγώ με τις τεράστιες τσουλήθρες και τους κύβους και τα σκάμματα με την άμμο κι η εντολή "Παίξε, πέσε κάτω, κυλήσου ελεύθερα στην άμμο!" Κι εγώ δεν ήθελα, αλλά έπεφτα κάτω και κυλιόμουν, μην παρακούσω τη μαμά.

Γυρίσαμε σπίτι και τότε έπεσε κι η ανακοίνωση στη γιαγιά: "Έπαιξε και κυλίστηκε, πολύ το ευχαριστήθηκε!"


© Ελένη Καλλιανέζου, Toftlund, Παρασκευή 21 Απριλίου 2017


buzz it!